δαμαστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαμαστής δαμαστές
γενική δαμαστή δαμαστών
αιτιατική δαμαστή δαμαστές
κλητική δαμαστή δαμαστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαμαστής < δαμάζω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δαμαστής αρσενικό

  1. αυτός που δαμάζει κάποιον ή κάτι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]