δανείζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δανείζω < Ενεργητικές σημασίες < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δανείζω[1][2]. Παθητικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter[1][2]. → δείτε δάνειον και δάνειος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ðaˈni.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δα‐νεί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]δανείζω, κλ.μτχ.ε.ε..: δανείζων, πρτ.: δάνειζα, απαρ.: δανείσει, αόρ.: δάνεισα, παθ.φωνή: δανείζομαι, μτχ.π.ε.: δανειζόμενος, π.πρτ.: δανειζόμουν/δανειζόμουνα, απαρ.: δανειστεί/δανεισθεί, π.αόρ.: δανείστηκα/δανείσθηκα, μτχ.π.π.: δανεισμένος[2]
- (ενεργητική φωνή) (+ σε ή αντωνυμική γενική μου, σου, του κτλ.)
- δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
Του δάνεισα το βιβλίο μου.
- δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
Η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς.
- (μεταφορικά) προσφέρω κάτι που μου ανήκει
Ο ηθοποιός δάνεισε την φωνή του σε πολλούς χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. → δείτε τον όρο ντουμπλάρισμα
(στην γλωσσολογία) Η ελληνική γλώσσα έχει δανείσει πολλές λέξεις σε άλλες γλώσσες. → δείτε τον όρο δανείστρια γλώσσα
- (παθητική φωνή) → δείτε δανείζομαι
Σύνθετα
[επεξεργασία]- Όροι που λήγουν σε -δανείζω, Όροι που λήγουν σε -δανείζομαι — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- δανειζόμενος
- δανείζων, δανείζουσα, δανείζον
- δανεισμένος
- δανειστής, δανείστρια
- δανειολήπτης, δανειολήπτρια
- → και δείτε τη λέξη δάνειο
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | δανείζω | δάνειζα | θα δανείζω | να δανείζω | δανείζοντας | |
| β' ενικ. | δανείζεις | δάνειζες | θα δανείζεις | να δανείζεις | δάνειζε | |
| γ' ενικ. | δανείζει | δάνειζε | θα δανείζει | να δανείζει | ||
| α' πληθ. | δανείζουμε | δανείζαμε | θα δανείζουμε | να δανείζουμε | ||
| β' πληθ. | δανείζετε | δανείζατε | θα δανείζετε | να δανείζετε | δανείζετε | |
| γ' πληθ. | δανείζουν(ε) | δάνειζαν δανείζαν(ε) |
θα δανείζουν(ε) | να δανείζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | δάνεισα | θα δανείσω | να δανείσω | δανείσει | ||
| β' ενικ. | δάνεισες | θα δανείσεις | να δανείσεις | δάνεισε | ||
| γ' ενικ. | δάνεισε | θα δανείσει | να δανείσει | |||
| α' πληθ. | δανείσαμε | θα δανείσουμε | να δανείσουμε | |||
| β' πληθ. | δανείσατε | θα δανείσετε | να δανείσετε | δανείστε | ||
| γ' πληθ. | δάνεισαν δανείσαν(ε) |
θα δανείσουν(ε) | να δανείσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω δανείσει | είχα δανείσει | θα έχω δανείσει | να έχω δανείσει | ||
| β' ενικ. | έχεις δανείσει | είχες δανείσει | θα έχεις δανείσει | να έχεις δανείσει | έχε δανεισμένο | |
| γ' ενικ. | έχει δανείσει | είχε δανείσει | θα έχει δανείσει | να έχει δανείσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε δανείσει | είχαμε δανείσει | θα έχουμε δανείσει | να έχουμε δανείσει | ||
| β' πληθ. | έχετε δανείσει | είχατε δανείσει | θα έχετε δανείσει | να έχετε δανείσει | έχετε δανεισμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν δανείσει | είχαν δανείσει | θα έχουν δανείσει | να έχουν δανείσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) δανεισμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) δανεισμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) δανεισμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) δανεισμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | δανείζομαι | δανειζόμουν(α) | θα δανείζομαι | να δανείζομαι | ||
| β' ενικ. | δανείζεσαι | δανειζόσουν(α) | θα δανείζεσαι | να δανείζεσαι | ||
| γ' ενικ. | δανείζεται | δανειζόταν(ε) | θα δανείζεται | να δανείζεται | ||
| α' πληθ. | δανειζόμαστε | δανειζόμαστε δανειζόμασταν |
θα δανειζόμαστε | να δανειζόμαστε | ||
| β' πληθ. | δανείζεστε | δανειζόσαστε δανειζόσασταν |
θα δανείζεστε | να δανείζεστε | (δανείζεστε) | |
| γ' πληθ. | δανείζονται | δανείζονταν δανειζόντουσαν |
θα δανείζονται | να δανείζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | δανείστηκα | θα δανειστώ | να δανειστώ | δανειστεί | ||
| β' ενικ. | δανείστηκες | θα δανειστείς | να δανειστείς | δανείσου | ||
| γ' ενικ. | δανείστηκε | θα δανειστεί | να δανειστεί | |||
| α' πληθ. | δανειστήκαμε | θα δανειστούμε | να δανειστούμε | |||
| β' πληθ. | δανειστήκατε | θα δανειστείτε | να δανειστείτε | δανειστείτε | ||
| γ' πληθ. | δανείστηκαν δανειστήκαν(ε) |
θα δανειστούν(ε) | να δανειστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω δανειστεί | είχα δανειστεί | θα έχω δανειστεί | να έχω δανειστεί | δανεισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις δανειστεί | είχες δανειστεί | θα έχεις δανειστεί | να έχεις δανειστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει δανειστεί | είχε δανειστεί | θα έχει δανειστεί | να έχει δανειστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε δανειστεί | είχαμε δανειστεί | θα έχουμε δανειστεί | να έχουμε δανειστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε δανειστεί | είχατε δανειστεί | θα έχετε δανειστεί | να έχετε δανειστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν δανειστεί | είχαν δανειστεί | θα έχουν δανειστεί | να έχουν δανειστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι δανεισμένος - είμαστε, είστε, είναι δανεισμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν δανεισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν δανεισμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι δανεισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι δανεισμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι δανεισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι δανεισμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δανείζω (ενεργητική φωνή)
παθητική φωνή → δείτε δανείζομαι
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 δανείζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 3 δανείζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- → ζητούμενο λήμμα
- άλλες μορφές: δανίζω (ελληνιστική κοινή)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ DGE - δανείζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Πηγές
[επεξεργασία]- δανείζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δανείζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)