δανείζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δανείζω < αρχαία ελληνική δανείζω < δάνος < δαίω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δανείζω, πρτ.: δάνειζα, στ.μέλλ.: θα δανείσω, αόρ.: δάνεισα, παθ.φωνή: δανείζομαι, μτχ.π.π.: δανεισμένος

  1. παραχωρώ προσωρινά σε κάποιον κάτι που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
    του δάνεισα το βιβλίο μου
  2. δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
    η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]