Μετάβαση στο περιεχόμενο

δανείζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δανείζω < Ενεργητικές σημασίες < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δανείζω[1][2]. Παθητικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter[1][2].  δείτε δάνειον και δάνειος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðaˈni.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δανείζω

δανείζω, κλ.μτχ.ε.ε..: δανείζων, πρτ.: δάνειζα, απαρ.: δανείσει, αόρ.: δάνεισα, παθ.φωνή: δανείζομαι, μτχ.π.ε.: δανειζόμενος, π.πρτ.: δανειζόμουν/δανειζόμουνα, απαρ.: δανειστεί/δανεισθεί, π.αόρ.: δανείστηκα/δανείσθηκα, μτχ.π.π.: δανεισμένος[2]

  1. δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
    παράδειγμα  Του δάνεισα το βιβλίο μου.
  2. δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
    παράδειγμα  Η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς.
  3. (μεταφορικά) προσφέρω κάτι που μου ανήκει
    παράδειγμα  Ο ηθοποιός δάνεισε την φωνή του σε πολλούς χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων.  δείτε τον όρο ντουμπλάρισμα
    παράδειγμα  (στην γλωσσολογία) Η ελληνική γλώσσα έχει δανείσει πολλές λέξεις σε άλλες γλώσσες.  δείτε τον όρο δανείστρια γλώσσα

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

παθητική φωνή  δείτε δανείζομαι

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 δανείζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 1 2 3 δανείζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δανείζω < δάνει(ον) + -ζω: θέμα όπως στο δάνος, δανε(σ-) + -ίζω [1]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. DGE - δανείζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.