δαπανάω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

δαπανάω



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαπανάω < δάπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δαπανάω και δαπανῶ

  1. ξοδεύω, χρησιμοποιώ ή καταναλώνω χρήσιμα πράγματα και κυρίως χρήματα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]