δαρβίνιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαρβίνιο δαρβίνια
γενική δαρβινίου δαρβινίων
αιτιατική δαρβίνιο δαρβίνια
κλητική δαρβίνιο δαρβίνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαρβίνιο < Δαρβίνος + -ιο (όπως ηλεκτρόνιο) < Darwin

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γράφουμε παγκοσμίως darwin[επεξεργασία]

δεν προτιμάται η μετάφραση γιατί αφορά παγκόσμια ορολογία

δαρβίνιο ουδέτερο
(ταξινομία), (βιολογία), (εξελικτική βιολογία), (παλαιοβιολογία)

  • μονάδα εξελικτικής διαφοροποίησης που αφορά ποσοστιαία γενετική μεταβολή ανά μονάδα χρόνου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]