Μετάβαση στο περιεχόμενο

δαρεικός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δαρεικός οἱ δαρεικοί
      γενική τοῦ δαρεικοῦ τῶν δαρεικῶν
      δοτική τῷ δαρεικ τοῖς δαρεικοῖς
    αιτιατική τὸν δαρεικόν τοὺς δαρεικούς
     κλητική ! δαρεικέ δαρεικοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δαρεικώ
γεν-δοτ τοῖν  δαρεικοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δαρεικός < αρχαία περσική *darikah (χρυσός).
Δεν σχετίζεται με τον Δαρείο.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δαρεικός αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]