δαρμενεία
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δαρμενεία < αρχαία ελληνική διερμηνεία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δαρμενεία θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία](Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
δαρμενεία θηλυκό
(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)