δασκάλεμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δασκάλεμα δασκαλέματα
γενική δασκαλέματος δασκαλεμάτων
αιτιατική δασκάλεμα δασκαλέματα
κλητική δασκάλεμα δασκαλέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δασκάλεμα < δασκαλεύω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δασκάλεμα ουδέτερο

  1. το να δίνει κάποιος συμβουλές και νουθεσίες
  2. η προετοιμασία κάποιου ώστε να δώσει με πειστικό τρόπο συγκεκριμένες και πιθανόν ψευδείς απαντήσεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]