δασμολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δασμολόγος < μεταγενέστερη ελληνική < δασμός + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δασμολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. εμπειρογνώμονας εξειδικευμένος στη δασμολογία


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]