δασμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | δασμός | οι | δασμοί |
| γενική | του | δασμού | των | δασμών |
| αιτιατική | τον | δασμό | τους | δασμούς |
| κλητική | δασμέ | δασμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δασμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δασμός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ðaˈzmos/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δα‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δασμός αρσενικό
- (οικονομία) το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στο κράτος κατά την εισαγωγή κυρίως ή σπανιότερα κατά την εξαγωγή εμπορεύματος
Σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ υπολογίζονται οι διαφυγόντες δασμοί από το λαθρεμπόριο τσιγάρων.- ※ Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου είχε οδηγηθεί η υπόθεση, είχε κρίνει ότι η υπεύθυνη του γηροκομείου διέπραξε το πλημμέλημα της κατ΄ εξακολούθησης λαθρεμπορίας, καθώς παράνομα χρησιμοποίησε και για ίδιον όφελος «πετρέλαιο θέρμανσης για άλλη εκτός από θέρμανση χρήση, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, τέλη και φόρους, οι δε δασμοί και φόροι που στερήθηκε το δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό τις 30.000 ευρώ» (ανέρχεται στο ποσό των 66.798 ευρώ). (Ο Άρειος Πάγος αποφασίζει για τη χρήση του πετρελαίου θέρμανσης, Εφημερίδα των Συντακτών, 18/08/2015 )
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
δασμ-
δασμ-
- αδασμολόγητα (επίρρημα)
- αδασμολογήτως (επίρρημα)
- αδασμολόγητος
- αναδασμολογημένος
- αναδασμολόγηση
- αναδασμολογώ, αναδασμολογούμαι
- αναδασμός
- δασμολογημένος
- δασμολόγηση
- δασμολογητέος
- δασμολογία
- δασμολογικά (επίρρημα)
- δασμολογικός
- δασμολογικώς (επίρρημα)
- δασμολόγιο
- δασμολόγος
- δασμολογώ, δασμολογούμαι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δασμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δασμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δασμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δασμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δασμός αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δασμός - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δασμός | οἱ | δασμοί |
| γενική | τοῦ | δασμοῦ | τῶν | δασμῶν |
| δοτική | τῷ | δασμῷ | τοῖς | δασμοῖς |
| αιτιατική | τὸν | δασμόν | τοὺς | δασμούς |
| κλητική ὦ! | δασμέ | δασμοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δασμώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | δασμοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δασμός αρσενικό
Παράγωγα
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
δασμ-
δασμ-
παράγωγα και σύνθετα:
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- δασμός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δασμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Οικονομία (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σμός (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Οικονομία (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)