Μετάβαση στο περιεχόμενο

δασοκτονία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δασοκτονία οι δασοκτονίες
      γενική της δασοκτονίας των δασοκτονιών
    αιτιατική τη δασοκτονία τις δασοκτονίες
     κλητική δασοκτονία δασοκτονίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δασοκτονία < δάσ(ος) + -ο- + -κτονία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δασοκτονία θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]