δασονόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η δασονόμος οι δασονόμοι
      γενική του/της δασονόμου των δασονόμων
    αιτιατική τον/τη δασονόμο τους/τις δασονόμους
     κλητική δασονόμε δασονόμοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δασονόμος < δάσ(ος) + -ο- + -νόμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δασονόμος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]