Μετάβαση στο περιεχόμενο

δασύτης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δασύτης < δασύς + -της

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δασύτης, -τητος θηλυκό

  1. η πυκνότητα
  2. το να έχει κανείς πυκνές τρίχες
  3. η προφορά φθόγγου με δασύ πνεύμα
     αντώνυμα:  ψιλότης