δαφνοστεφανώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαφνοστεφανώνω< δάφνη + στεφανώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δαφνοστεφανώνω, παθ. φωνή δαφνοστεφανώνομαι, παθ. μετοχή δαφνοστεφανωμένος

  1. φορώ σε κάποιον στεφάνι από φύλλα δάφνης

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]