δαχτυλίδι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | δαχτυλίδι | τα | δαχτυλίδια |
| γενική | του | δαχτυλιδιού | των | δαχτυλιδιών |
| αιτιατική | το | δαχτυλίδι | τα | δαχτυλίδια |
| κλητική | δαχτυλίδι | δαχτυλίδια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δαχτυλίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δαχτυλίδι(ν) < δαχτυλίδιον < ελληνιστική κοινή δακτυλίδιον, υποκοριστικό του ουσιαστικού δακτύλιον, και αυτό υποκοριστικό του αρσενικού ὁ δάκτυλος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ða.xtiˈli.ði/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δα‐χτυ‐λί‐δι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δαχτυλίδι ουδέτερο
- (κόσμημα) το κόσμημα που έχει σχήμα κρίκου, συνήθως κατασκευασμένο από πολύτιμα υλικά, που φοριέται σε δάχτυλο του χεριού
- ※ έπιανε την καδένα με τρόπο και φαινόταν και το δαχτυλίδι με μια πέτρα ίδιο φουντούκι (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι, εκδ. Αετός, 1951, σελ. 74)
- ※ Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
- κάθε πράγμα ή εξάρτημα που μοιάζει στο σχήμα με δαχτυλίδι
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- δακτυλίδι (λογιότερο)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- μέση δαχτυλίδι: πολύ λεπτή μέση
Συγγενικά
[επεξεργασία]|
με δαχτυλιδ- ή και δακτυλιδ- |
με δακτυλιδ- |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δαχτυλίδι
|
Πηγές
[επεξεργασία]- δαχτυλίδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δαχτυλίδι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Όροι με με δαχτυλιδ-, με δακτυλιδ- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Κοσμήματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)