δαψιλής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δαψιλής δαψιλής δαψιλές
γενική δαψιλούς δαψιλούς δαψιλούς
αιτιατική δαψιλή δαψιλή δαψιλές
κλητική δαψιλή(ς) δαψιλής δαψιλές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δαψιλείς δαψιλείς δαψιλή
γενική δαψιλών δαψιλών δαψιλών
αιτιατική δαψιλείς δαψιλείς δαψιλή
κλητική δαψιλείς δαψιλείς δαψιλή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαψιλής < αρχαία ελληνική δαψιλής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δαψιλής, δαψιλής, δαψιλές

  1. που διατίθεται σε μεγάλη ποσότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδρός, αφειδής, άφθονος, πλουσιοπάροχος, πλούσιος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ισχνός, πενιχρός, φτωχός
  2. αυτός που διαθέτει σε μεγάλη ποσότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γενναιόδωρος, μεγαλόδωρος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: φειδωλός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαψιλής < δάπτω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  1. άφθονος
  2. γενναιόδωρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]