δαύτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δαύτος δαύτη δαύτο
γενική δαύτου δαύτης δαύτου
αιτιατική δαύτο δαύτη δαύτο
κλητική δαύτε δαύτη δαύτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δαύτοι δαύτες δαύτα
γενική δαύτων δαύτων δαύτων
αιτιατική δαύτους δαύτες δαύτα
κλητική δαύτοι δαύτες δαύτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαύτος < μεσαιωνική ελληνική δαῦτος < ἐδαῦτος < ἔδε + αὐτός

Αντωνυμία[επεξεργασία]

δαύτος, -η, -ο

  1. (λαϊκότροπο) και συχνά (μειωτικό): αυτός
    Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα; (Διονύσιος Σολωμός, Η Γυναίκα της Ζάκυθος)
    Πώς περνά λοιπόν στο νου της Φρόσως πως μπορεί να βγαίνει στον καθένα όπως φτάσει, σαν και δαύτη; (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου
    Η μικρή της μπήκε ο Οξαποδώ μέσα της, τα υστερικά που τα λέτε εσείς οι γιατροί. Πάει και δαύτη (Παύλος Νιρβάνας, Όταν σπάσει τα δεσμά του)
    Για δαύτο κι ο τεχνίτης, ξέροντάς το αυτό που σου λέω, τι κάμνει; (Αργύρης Εφταλιώτης, Μαζώχτρα)
    Κι έχω παράπονα με δαύτους. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου/Κεφάλαιο Ζ)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]