δεδικασμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Μετοχή[επεξεργασία]

δεδικασμένο ουδέτερο (η μετοχή αυτή έχει ουσιαστικοποιηθεί)

  1. η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση
  2. δικαστική απόφαση που δεν μπορεί να ακυρωθεί από άλλη και αποτελεί νόμο για την έκδοση απόφασης σε παρόμοια υπόθεση
    το δεδικασμένο μεταξύ διαδίκων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]