δεδομένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δεδομένος δεδομένη δεδομένο
γενική δεδομένου δεδομένης δεδομένου
αιτιατική δεδομένο δεδομένη δεδομένο
κλητική δεδομένε δεδομένη δεδομένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δεδομένοι δεδομένες δεδομένα
γενική δεδομένων δεδομένων δεδομένων
αιτιατική δεδομένους δεδομένες δεδομένα
κλητική δεδομένοι δεδομένες δεδομένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεδομένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του δίδωμι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δεδομένος -η -ο

  1. για ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται
    είναι δεδομένη η χρησιμότητα των ηλεκτρονικών υπολογιστών
  2. για κάτι που θεωρούμε ότι αναμφισβήτητα μας ανήκει
    καμία φιλική ή ερωτική σχέση δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη
  3. καθορισμένος
    σε μια δεδομένη στιγμή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δεδομένου ότι: λαμβάνοντας ως βέβαιο το ότι ...
δεδομένου ότι τα αλιεύματα παρουσιάζουν σταθερή μείωση τα τελευταία χρόνια, πρέπει να ληφθούν μέτρα προστασίας του θαλάσσιου πλούτου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]