δεδουλευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δεδουλευμένος δεδουλευμένη δεδουλευμένο
γενική δεδουλευμένου δεδουλευμένης δεδουλευμένου
αιτιατική δεδουλευμένο δεδουλευμένη δεδουλευμένο
κλητική δεδουλευμένε δεδουλευμένη δεδουλευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δεδουλευμένοι δεδουλευμένες δεδουλευμένα
γενική δεδουλευμένων δεδουλευμένων δεδουλευμένων
αιτιατική δεδουλευμένους δεδουλευμένες δεδουλευμένα
κλητική δεδουλευμένοι δεδουλευμένες δεδουλευμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεδουλευμένος < λόγια παθητική μετοχή παρακειμένου του δουλεύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δεδουλευμένος -η -ο

  1. για αμοιβή εργασίας που έχει ήδη προσφερθεί σε έναν εργοδότη
  2. (ως ουσιαστικό) τα δεδουλευμένα: η αμοιβή για εργασία που έχει ήδη προσφερθεί σε έναν εργοδότη
    οι ωρομίσθιοι καθηγητές ακόμα ζητούν να τους καταβληθούν τα δεδουλευμένα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]