δειγματοληψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δειγματοληψία οι δειγματοληψίες
      γενική της δειγματοληψίας των δειγματοληψιών
    αιτιατική τη δειγματοληψία τις δειγματοληψίες
     κλητική δειγματοληψία δειγματοληψίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δειγματοληψία < δείγμα + -ο- + -ληψία (< λαμβάνω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δειγματοληψία θηλυκό

  1. η λήψη ενός δείγματος, του οποίου η εξέταση θα μας οδηγήσει σε συμπεράσματα για το σύνολο από το οποίο προερχόταν το δείγμα
  2. (πληροφορική) ένα από τα στάδια (βήματα) στη διαδικασία της ψηφιοποίησης
    ※  Η ψηφιοποίηση του ήχου γίνεται με δειγματοληψία και απαιτεί ειδικό υλικό και λογισμικό. [1]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 11.2.2 Χαρακτηριστικά ήχου, από Εφαρμογές Πληροφορικής Υπολογιστών (Α, Β, Γ Γενικού Λυκείου - Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή. Προσπέλαση 2020-07-09.