δειλός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | δειλός | η | δειλή | το | δειλό |
| γενική | του | δειλού | της | δειλής | του | δειλού |
| αιτιατική | τον | δειλό | τη | δειλή | το | δειλό |
| κλητική | δειλέ | δειλή | δειλό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | δειλοί | οι | δειλές | τα | δειλά |
| γενική | των | δειλών | των | δειλών | των | δειλών |
| αιτιατική | τους | δειλούς | τις | δειλές | τα | δειλά |
| κλητική | δειλοί | δειλές | δειλά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δειλός < αρχαία ελληνική δειλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwey- (φοβάμαι)
Επίθετο
[επεξεργασία]δειλός, -ή, -ό
- που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο
- ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)
- ≠ αντώνυμα: γενναίος, θαρραλέος, τολμηρός
- που του λείπει η αποφασιστικότητα, που διστάζει ή που ντρέπεται
- δειλή προσπάθεια, δειλή ματιά
- είναι δειλός με τα κορίτσια
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- δειλόψυχος, ο δειλός τη ψυχή, μικρόψυχος, λιγόψυχος
- «κάλλιο δειλός παρά μακαρίτης»