δειλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δειλός δειλή δειλό
γενική δειλού δειλής δειλού
αιτιατική δειλό δειλή δειλό
κλητική δειλέ δειλή δειλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δειλοί δειλές δειλά
γενική δειλών δειλών δειλών
αιτιατική δειλούς δειλές δειλά
κλητική δειλοί δειλές δειλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δειλός < αρχαία ελληνική δειλός < δέος=φόβος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δειλός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γενναίος, θαρραλέος, τολμηρός
  2. που του λείπει η αποφασιστικότητα, που διστάζει ή που ντρέπεται
    δειλή προσπάθεια, δειλή ματιά
    είναι δειλός με τα κορίτσια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

παροιμίες[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]