δεινά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

δεινα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεινά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. οι συμφορές
    ο τόπος γνώρισε πολλά δεινά εξαιτίας του πολέμου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

δεινά