Μετάβαση στο περιεχόμενο

δεινός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δεῖνος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεινός η δεινή το δεινό
      γενική του δεινού της δεινής του δεινού
    αιτιατική τον δεινό τη δεινή το δεινό
     κλητική δεινέ δεινή δεινό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεινοί οι δεινές τα δεινά
      γενική των δεινών των δεινών των δεινών
    αιτιατική τους δεινούς τις δεινές τα δεινά
     κλητική δεινοί δεινές δεινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δεινός < αρχαία ελληνική δεινός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðiˈnos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

δεινός, -ή, -ό

  1. φοβερός, πολύ κακός, πολύ άσχημος
    βρέθηκα σε δεινή θέση
      νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός και αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)
  2. πολύ επιδέξιος σε κάτι
    είναι δεινός ρήτορας

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική δεινός δεινή τὸ δεινόν
      γενική τοῦ δεινοῦ τῆς δεινῆς τοῦ δεινοῦ
      δοτική τῷ δειν τῇ δειν τῷ δειν
    αιτιατική τὸν δεινόν τὴν δεινήν τὸ δεινόν
     κλητική ! δεινέ δεινή δεινόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ δεινοί αἱ δειναί τὰ δεινᾰ́
      γενική τῶν δεινῶν τῶν δεινῶν τῶν δεινῶν
      δοτική τοῖς δεινοῖς ταῖς δειναῖς τοῖς δεινοῖς
    αιτιατική τοὺς δεινούς τὰς δεινᾱ́ς τὰ δεινᾰ́
     κλητική ! δεινοί δειναί δεινᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δεινώ τὼ δεινᾱ́ τὼ δεινώ
      γεν-δοτ τοῖν δεινοῖν τοῖν δειναῖν τοῖν δεινοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

δεινός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dweynós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα * *dwey-. Αντιστοιχεί στο δει- (δείδω) + -ός

Επίθετο

[επεξεργασία]

δεινός, -η, ον

  1. τρομερός, φοβερός, τρομακτικός
  2. δεινός, εξαιρετικός, πολύ καλός
      5ος/4oς αιώνας πκε Πλάτων, Πολιτεία, 1.334a
    Ὅτου τις ἄρα δεινὸς φύλαξ, τούτου καὶ φώρ δεινός.
    Αν επομένως ο δίκαιος είναι ικανός να φυλάξει χρήματα, θα ήταν επίσης ικανότατος και να τα κλέψει.
    Μετάφραση (1911), Ιωάννης Γρυπάρης @greeklanguage.gr
  3. (στον πληθυντικό τα δεινά) οι κίνδυνοι, τα δεινοπαθήματα

Συγγενικά

[επεξεργασία]