δεινός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | δεινός | η | δεινή | το | δεινό |
| γενική | του | δεινού | της | δεινής | του | δεινού |
| αιτιατική | τον | δεινό | τη | δεινή | το | δεινό |
| κλητική | δεινέ | δεινή | δεινό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | δεινοί | οι | δεινές | τα | δεινά |
| γενική | των | δεινών | των | δεινών | των | δεινών |
| αιτιατική | τους | δεινούς | τις | δεινές | τα | δεινά |
| κλητική | δεινοί | δεινές | δεινά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δεινός < αρχαία ελληνική δεινός
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]δεινός, -ή, -ό
- φοβερός, πολύ κακός, πολύ άσχημος
- βρέθηκα σε δεινή θέση
- ※ Ἡ νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός και αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)
- πολύ επιδέξιος σε κάτι
- είναι δεινός ρήτορας
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δεινός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δεινός | ἡ | δεινή | τὸ | δεινόν |
| γενική | τοῦ | δεινοῦ | τῆς | δεινῆς | τοῦ | δεινοῦ |
| δοτική | τῷ | δεινῷ | τῇ | δεινῇ | τῷ | δεινῷ |
| αιτιατική | τὸν | δεινόν | τὴν | δεινήν | τὸ | δεινόν |
| κλητική ὦ! | δεινέ | δεινή | δεινόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | δεινοί | αἱ | δειναί | τὰ | δεινᾰ́ |
| γενική | τῶν | δεινῶν | τῶν | δεινῶν | τῶν | δεινῶν |
| δοτική | τοῖς | δεινοῖς | ταῖς | δειναῖς | τοῖς | δεινοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | δεινούς | τὰς | δεινᾱ́ς | τὰ | δεινᾰ́ |
| κλητική ὦ! | δεινοί | δειναί | δεινᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δεινώ | τὼ | δεινᾱ́ | τὼ | δεινώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | δεινοῖν | τοῖν | δειναῖν | τοῖν | δεινοῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]δεινός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dweynós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα * *dwey-. Αντιστοιχεί στο δει- (δείδω) + -ός
Επίθετο
[επεξεργασία]δεινός, -η, ον
- τρομερός, φοβερός, τρομακτικός
- δεινός, εξαιρετικός, πολύ καλός
- ※ 5ος/4oς αιώνας πκε ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 1.334a
- Ὅτου τις ἄρα δεινὸς φύλαξ, τούτου καὶ φώρ δεινός.
- Αν επομένως ο δίκαιος είναι ικανός να φυλάξει χρήματα, θα ήταν επίσης ικανότατος και να τα κλέψει.
- Μετάφραση (1911), Ιωάννης Γρυπάρης @greek‑language.gr
- Ὅτου τις ἄρα δεινὸς φύλαξ, τούτου καὶ φώρ δεινός.
- ※ 5ος/4oς αιώνας πκε ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 1.334a
- (στον πληθυντικό τα δεινά) οι κίνδυνοι, τα δεινοπαθήματα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δεινός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δεινός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dweynós (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)