δεινόσαυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δεινόσαυρος δεινόσαυροι
γενική δεινοσαύρου
& δεινόσαυρου
δεινοσαύρων
& δεινόσαυρων
αιτιατική δεινόσαυρο δεινοσαύρους
& δεινόσαυρους
κλητική δεινόσαυρε δεινόσαυροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεινόσαυρος < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική dinosaurus[1] < αρχαία ελληνική δεινός + σαῦρος / σαύρα
(η λέξη μαρτυρείται από το 1867)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈnɔ.sa.vɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεινόσαυρος αρσενικό

  1. (παλαιοντολογία) χερσαία ερπετά τεράστιων διαστάσεων, που εξαφανίστηκαν πριν 65 εκατομμύρια χρόνια
  2. (μεταφορικά) (ειρωνικά) πρόσωπο, συνήθως πολιτικό, που έχει απαρχαιωμένες αντιλήψεις αλλά κατέχει σημαντική θέση

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. λέξη δημιουργημένη από τον Ρίτσαρντ Όουεν το 1842