δεινότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δεινότητα < αρχαία ελληνική δεινότης < δεινός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δεινότητα θηλυκό
- η ιδιότητα του δεινού, εξαιρετική ικανότητα σε έναν τομέα
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
- Στηριγμένος στη ρητορική του δεινότητα, δεν περιορίστηκε σε μια κλασική κοινοβουλευτική αντιπαλότητα. Κάλεσε τις μάζες να κατεβούν στο δρόμο —μπαίνοντας ο ίδιος, ως χαρισματικός δημεγέρτης, επικεφαλής του λαϊκού ξεσηκωμού— και κινητοποίησε τη νεολαία.
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).