δεκαεννέα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δεκαεννέα < ελληνιστική κοινή δεκαεννέα
Αριθμητικό
[επεξεργασία]δεκαεννέα άκλιτο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη δεκαεννιά