δεκαθλητής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δεκαθλητής < δέκαθλο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δεκαθλητής αρσενικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δεκαθλητής
|
|
δεκαθλητής αρσενικό
|
|