δεκαρολογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκαρολογώ < δεκάρα + -ο- + -λογώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δεκαρολογώ

  1. μιλάω σοβαροφανώς και με στόμφο για πράγματα ασήμαντα και άνευ σημασίας
  2. με εξευτελισμούς και ποταπό μέσα κερδίζω μικροποσά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]