δεκτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκτός, ρηματικό επίθετο σε -τός του ρήματος δέχομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δεκτός, -ή, -ό

  1. που τον δέχεται κάποιος στην έδρα του λειτουργήματός του
    ο νέος πρεσβευτής έγινε δεκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
  2. για άποψη ή πρόταση που την δέχεται κάποιος ως συζητήσιμη
    • Δεκτό(ν): μονολεκτική απάντηση σε άποψη ή πρόταση που προηγήθηκε

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]