δελεαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δελεαστικός δελεαστική δελεαστικό
γενική δελεαστικού δελεαστικής δελεαστικού
αιτιατική δελεαστικό δελεαστική δελεαστικό
κλητική δελεαστικέ δελεαστική δελεαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δελεαστικοί δελεαστικές δελεαστικά
γενική δελεαστικών δελεαστικών δελεαστικών
αιτιατική δελεαστικούς δελεαστικές δελεαστικά
κλητική δελεαστικοί δελεαστικές δελεαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δελεαστικός < δελεάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛ.lɛ.a.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δελεαστικός, -ή, -ό

  1. που δελεάζει, που είναι αρκετά ελκυστικός ώστε να παροτρύνει κάποιον σε μια ενέργεια για την οποία ίσως έχει δισταγμούς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]