δελφίνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δελφίνος δελφίνοι
γενική δελφίνου δελφίνων
αιτιατική δελφίνο δελφίνους
κλητική δελφίνε δελφίνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δελφίνος < γαλλική Dauphin (τίτλος στη Γαλλία, από το 1350 μέχρι το 1791 και από το 1824 μέχρι 1830, που δήλωνε τον διάδοχο του θρόνου. Κυριολεκτικά σήμαινε "δελφίνι" δύο εκ των οποίων βρίσκονταν και στον αντίστοιχο θυρεό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δελφίνος αρσενικό

  1. άτομο το οποίο φιλοδοξεί να διαδεχτεί κάποιον σε ανώτατο αξίωμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]