δελφύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δελφύς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷerbʰ-. Συγγενές με τα (σανσκριτικά) गर्भ (garbha), (αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα) жрѣбѧ (žrěbę, πώλος)

δελφύς (η), δελφάκιον (ο) μήτρα (σπάνιο).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δελφύς θηλυκό