δεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δεμένος δεμένη δεμένο
γενική δεμένου δεμένης δεμένου
αιτιατική δεμένο δεμένη δεμένο
κλητική δεμένε δεμένη δεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δεμένοι δεμένες δεμένα
γενική δεμένων δεμένων δεμένων
αιτιατική δεμένους δεμένες δεμένα
κλητική δεμένοι δεμένες δεμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δένω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δεμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν δέσει (πχ με σχοινί)
  2. (μεταφορικά) που έχει εσωτερική συνοχή (πχ για κείμενο)
  3. (για έντυπο) που έχει βιβλιοδετηθεί
  4. (για έντυπο) (ειδικότερα) που έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]