Μετάβαση στο περιεχόμενο

δεμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεμένος η δεμένη το δεμένο
      γενική του δεμένου της δεμένης του δεμένου
    αιτιατική τον δεμένο τη δεμένη το δεμένο
     κλητική δεμένε δεμένη δεμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεμένοι οι δεμένες τα δεμένα
      γενική των δεμένων των δεμένων των δεμένων
    αιτιατική τους δεμένους τις δεμένες τα δεμένα
     κλητική δεμένοι δεμένες δεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δένω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðeˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δεμένος

Μετοχή

[επεξεργασία]

δεμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν δέσει
    παράδειγμα  δεμένος με σχοινί
      στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
     συνώνυμα: δέσμιος, δετός
     αντώνυμα: άδετος, λυμένος, λυτός, ξεδεμένος
  2. (μεταφορικά) που έχει εσωτερική συνοχή
    παράδειγμα  το κείμενό του είναι καλογραμμένο, δεμένο, χωρίς πλατειασμούς
  3. (τυπογραφία)
    1. που έχει βιβλιοδετηθεί
       αντώνυμα: άδετος
    2. (ειδικότερα) που έχει βιβλιοδετηθεί με σκληρό εξώφυλλο
        Το είχε τοποθετημένο στη μέση της βιβλιοθήκης ακριβώς, απάνω σ' ένα χοντρό δεμένο λεξικό. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

με δεμένος και δεδεμένος [1]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Όροι με δεμένος  Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
    ΣτΕ: η σήμανση «Ε» αφορά την κλίση.