δεματιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεματιάζω < δεμάτι + -ιάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

δεματιάζω (παθητική φωνή: δεματιάζομαι)

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]