δεντρί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δεντρί δεντριά
γενική δεντριού δεντριών
αιτιατική δεντρί δεντριά
κλητική δεντρί δεντριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεντρί < υποκοριστικό του δέντρο < δενδρίον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεντρί ουδέτερο

  1. (λογοτεχνικό) το δέντρο