δεξιοπόδαρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]δεξιοπόδαρος, -η, -ο
- που (στον αθλητισμό) χειρίζεται με μεγαλύτερη ευχέρεια και ακρίβεια το δεξί του πόδι, τόσο στην κίνηση όσο και στην εκτέλεση
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δεξιοπόδαρος
Πηγές
[επεξεργασία]- δεξιοπόδαρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)