Μετάβαση στο περιεχόμενο

δεξιοπόδαρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεξιοπόδαρος η δεξιοπόδαρη το δεξιοπόδαρο
      γενική του δεξιοπόδαρου της δεξιοπόδαρης του δεξιοπόδαρου
    αιτιατική τον δεξιοπόδαρο τη δεξιοπόδαρη το δεξιοπόδαρο
     κλητική δεξιοπόδαρε δεξιοπόδαρη δεξιοπόδαρο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεξιοπόδαροι οι δεξιοπόδαρες τα δεξιοπόδαρα
      γενική των δεξιοπόδαρων των δεξιοπόδαρων των δεξιοπόδαρων
    αιτιατική τους δεξιοπόδαρους τις δεξιοπόδαρες τα δεξιοπόδαρα
     κλητική δεξιοπόδαροι δεξιοπόδαρες δεξιοπόδαρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δεξιοπόδαρος < δεξιός + -ο- + ποδάρι + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

δεξιοπόδαρος, -η, -ο

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • δεξιοπόδαρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)