δεξιοτέχνης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δεξιοτέχνης δεξιοτέχνες
γενική δεξιοτέχνη δεξιοτεχνών
αιτιατική δεξιοτέχνη δεξιοτέχνες
κλητική δεξιοτέχνη δεξιοτέχνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεξιοτέχνης < δεξιός + -ο- + τέχνη + -ης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðε.ksi.ɔ.ˈtε.xnis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεξιοτέχνης αρσενικό

  1. μουσικός που έχει αναπτύξει μεγάλη ικανότητα και επιδεξιότητα στο παίξιμο ενός μουσικού οργάνου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βιρτουόζος
  2. αυτός που έχει αναπτύξει μεγάλη ικανότητα και επιδεξιότητα σε κάποια τέχνη, άθλημα ή άλλη δραστηριότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]