δεξιοτέχνης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δεξιοτέχνης < δεξιός + τέχνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δεξιοτέχνης αρσενικό

  1. μουσικός που έχει αναπτύξει μεγάλη ικανότητα και επιδεξιότητα στο παίξιμο ενός μουσικού οργάνου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βιρτουόζος
  2. αυτός που έχει αναπτύξει μεγάλη ικανότητα και επιδεξιότητα σε κάποια τέχνη, άθλημα ή άλλη δραστηριότητα


32πχ Μεταφράσεις[]