δερβέναγας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δερβέναγας δερβέναγες
γενική δερβέναγα δερβέναγων
αιτιατική δερβέναγα δερβέναγες
κλητική δερβέναγα δερβέναγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δερβέναγας < δερβένι (< τουρκική derbent < περσική دربند: darband) + αγάς (< τουρκική ağa)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛɾ.ˈvɛ.na.ɣas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δερβέναγας αρσενικό

  1. ο αρχηγός (αγάς) των πολεμιστών που φρουρούσαν ένα δερβένι επί Τουρκοκρατίας
  2. (μεταφορικά) αυταρχικός άνθρωπος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]