δερματοστίκτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δερματοστίκτης < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δερματοστίκτης αρσενικό (θηλυκό δερματοστίκτρια)
- (επάγγελμα) αυτός που κάνει τατουάζ (δερματοστιξία) σε άλλους
- ※ Για να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των δερματοστικτών με τον εν λόγω περιορισμό, στη δερματοστιξία θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μείγματα που φέρουν τη δήλωση «Μείγμα για χρήση σε τατουάζ ή μόνιμο μακιγιάζ». (Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2081 της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 2020, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 15.12.2020, σελ. L 423/11, )