δερματοστιξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δερματοστιξία δερματοστιξίες
γενική δερματοστιξίας δερματοστιξιών
αιτιατική δερματοστιξία δερματοστιξίες
κλητική δερματοστιξία δερματοστιξίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δερματοστιξία < δερματο- (δέρμα) + -στιξία (στίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δερματοστιξία θηλυκό

  1. η τέχνη της διακόσμησης του δέρματος με ανεξίτηλα χρωματιστά σχέδια
  2. το τατουάζ


32πχ Μεταφράσεις[]