δεσμευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δεσμευμένος δεσμευμένη δεσμευμένο
γενική δεσμευμένου δεσμευμένης δεσμευμένου
αιτιατική δεσμευμένο δεσμευμένη δεσμευμένο
κλητική δεσμευμένε δεσμευμένη δεσμευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δεσμευμένοι δεσμευμένες δεσμευμένα
γενική δεσμευμένων δεσμευμένων δεσμευμένων
αιτιατική δεσμευμένους δεσμευμένες δεσμευμένα
κλητική δεσμευμένοι δεσμευμένες δεσμευμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεσμευμένος < δεσμεύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δεσμευμένος, -η, -ο

  1. που έχει δεσμευτεί
    ο χώρος είναι δεσμευμένος
    κάθε γλώσσα προγραμματισμού χρησιμοποιεί έναν αριθμό δεσμευμένων λέξεων
    είναι ο κύριος επενδυτής και έχει μεγάλα δεσμευμένα κεφάλαια
    δεν θα μπορέσει να έρθει, είναι δεσμευμένος αλλού
  2. εμποδίζομαι από ηθικό, νομικό, συναισθηματικό ή άλλο λόγο
    η διεύθυνση είναι δεσμευμένη απέναντι στο συνδικάτο
    είμαστε δεσμευμένοι στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας
  3. που έχει συνάψει ερωτικό δεσμό με άλλο πρόσωπο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]