δεσμώτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεσμώτης < αρχαία ελληνική δεσμώτης < δεσμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεσμώτης αρσενικό (θηλυκό: δεσμώτρια)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]