δεσπότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: δεσποτάκι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δεσπότης οι δεσπότες
& δεσποτάδες
      γενική του δεσπότη των δεσποτών
& δεσποτάδων
    αιτιατική τον δεσπότη τους δεσπότες
& δεσποτάδες
     κλητική δεσπότη
(δέσποτα)
δεσπότες
& δεσποτάδες
Η κλητική ενικού δέσποτα σε επίσημο ύφςο λόγου.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεσπότης < (λόγιο) αρχαία ελληνική δεσπότης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *déms pótis < *dṓm (σπίτι, δόμος) + *pótis (κύριος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛˈspɔ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεσπότης αρσενικό

  1. ηγεμόνας, άρχοντας
  2. (ειδικότερα) ο ηγεμόνας ενός δεσποτάτου
  3. (θρησκεία) επίσκοπος (με κλητική δέσποτα και πληθυντικό δεσπότες και δεσποτάδες)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεσπότης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *déms pótis < *dṓm (σπίτι, δόμος) + *pótis (κύριος). Συγγενές με το σανσκριτικό दम्पति (dám-pati), "κύριος του σπιτιού"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεσπότης αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]