δευτεροπαθής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δευτεροπαθής δευτεροπαθής δευτεροπαθές
γενική δευτεροπαθούς δευτεροπαθούς δευτεροπαθούς
αιτιατική δευτεροπαθή δευτεροπαθή δευτεροπαθές
κλητική δευτεροπαθή(ς) δευτεροπαθής δευτεροπαθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δευτεροπαθείς δευτεροπαθείς δευτεροπαθή
γενική δευτεροπαθών δευτεροπαθών δευτεροπαθών
αιτιατική δευτεροπαθείς δευτεροπαθείς δευτεροπαθή
κλητική δευτεροπαθείς δευτεροπαθείς δευτεροπαθή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δευτεροπαθής < δεύτερος + -παθής ( < αοριστικό θέμα παθ- του ρήματος πάσχω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δευτεροπαθής, -ής, -ές

  1. (ιατρική) (για ασθένεια) που είναι αποτέλεσμα μιας άλλης ασθένειας
    Πολλές είναι οι αιτίες δευτεροπαθούς υπέρτασης, εκ των οποίων οι τρεις συχνότερες είναι η στένωση της νεφρικής αρτηρίας, το φαιοχρωμοκύτωμα και ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός. (από άρθρο στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 11 Μαρτίου 2008)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]