δεχόσαντε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

δεχόσαντε

  • (λαϊκότροπο) προφορικός συνήθως τύπος του δέχονταν, γ' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος δέχομαι
    στους δρόμους και στα εργοστάσια, παντού δεχόσαντε την επίθεση των συντρόφων τους (από τη μετάφραση στα ελληνικά, από την Αγγελική Φιλιππάτου, της Σιδερένιας Φτέρνας του Τζακ Λόντον (Αθήνα: Νέα Σύνορα-Λιβάνης, 1980 [επανέκδ. 1991: ISBN 960-236-175-1]), σ. 194)