Μετάβαση στο περιεχόμενο

δεῖπνον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ δεῖπνον τὰ δεῖπν
      γενική τοῦ δείπνου τῶν δείπνων
      δοτική τῷ δείπν τοῖς δείπνοις
    αιτιατική τὸ δεῖπνον τὰ δεῖπν
     κλητική ! δεῖπνον δεῖπν
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δείπνω
γεν-δοτ τοῖν  δείπνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δεῖπνον, ήδη ομηρικό < δάπτω  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δεῖπνον ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) γεύμα (πρωινό, μεσημεριανό, απογευματινό ή βραδινό / δείπνο)
  2. (γενικότερα) τροφή, ζωοτροφή