δηθενιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | δηθενιά | οι | δηθενιές |
| γενική | της | δηθενιάς | των | δηθενιών |
| αιτιατική | τη | δηθενιά | τις | δηθενιές |
| κλητική | δηθενιά | δηθενιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δηθενιά θηλυκό
- (νεολογισμός, προφορικό) η κατάσταση του να είναι κάποιος δήθεν, να υποκρίνεται κάτι που δεν είναι
- ※ στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
- ※ «Α, δεν τα μπορώ αυτά τα τρέντι. Το Κουκάκι γεμίζε με δαύτα και χάνει την ταυτότητά του». «Θα μας φάει η δηθενιά», έκλεισε την κουβέντα ο ιδιοκτήτης. «Γι'αυτό μη ζητάς διαίτης και τα ρέστα. Η κουζίνα εδώ είναι ορίτζιναλ, πολίτικη (Ευτυχία Γιαννάκη, Πόλη στο φως, εκδ. Ίκαρος, 2018)
- ※ Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δηθενιά
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)