δηλητηρίαση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | δηλητηρίαση | οι | δηλητηριάσεις |
| γενική | της | δηλητηρίασης* | των | δηλητηριάσεων |
| αιτιατική | τη | δηλητηρίαση | τις | δηλητηριάσεις |
| κλητική | δηλητηρίαση | δηλητηριάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, δηλητηριάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δηλητηρίαση < δηλητηριάζω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δηλητηρίαση θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δηλητηριάζω
- ※ «Ξέρεις - ήταν νοροϊός; Ή απλά τροφική δηλητηρίαση; Γιατί αν ήταν τροφική δηλητηρίαση, δεν είναι μεταδοτική. Ο νοροϊός, από την άλλη πλευρά;» (Elizabeth Spann Craig, μεταφράστρια: Κωνσταντίνα Καραμπέτσου, Κρουαζιέρα με Φόνο, 2024)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη δηλητήριο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δηλητηρίαση