δημαγωγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημαγωγία δημαγωγίες
γενική δημαγωγίας δημαγωγιών
αιτιατική δημαγωγία δημαγωγίες
κλητική δημαγωγία δημαγωγίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημαγωγία < δημαγωγός < δῆμος + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημαγωγία θηλυκό

  • η πολιτική ρητορεία που αποσκοπεί στο να παρασύρει το λαό στοχεύοντας περισσότερο στο συναίσθημα παρά στη λογική


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]