δημαγωγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δημαγωγία οι δημαγωγίες
      γενική της δημαγωγίας των δημαγωγιών
    αιτιατική τη δημαγωγία τις δημαγωγίες
     κλητική δημαγωγία δημαγωγίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημαγωγία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημαγωγία < δημαγωγός < δῆμος + ἄγω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημαγωγία θηλυκό

  • η πολιτική ρητορεία που αποσκοπεί στο να παρασύρει το λαό στοχεύοντας περισσότερο στο συναίσθημα παρά στη λογική

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]