δημιουργώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημιουργώ < ελληνιστική κοινή δημιουργέω, -ῶ < δημιουργός < δῆμος + ἔργον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.mi.uɾ.ˈɣɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δημιουργώ, παθ. φωνή: δημιουργούμαι

  1. (μεταβατικό) παράγω κάτι από το μηδέν
  2. (μεταβατικό) φτιάχνω κάτι καινούριο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας
  3. (αμετάβατο) ασχολούμαι δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες
    μην ενοχλείτε τον καλλιτέχνη, αυτή τη στιγμή δημιουργεί!
  4. (μεταβατικό) προκαλώ, γίνομαι η αιτία να γίνει κάτι

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]